γυναίκα

Ο άνθρωπος θηλυκού γένους. Με τον όρο γ. υποδηλώνεται επίσης η ώριμη για γάμο νέα. Στο ελληνικό Σύνταγμα του 1975 υπάρχει διάταξη (άρ. 4, παρ. 2) σύμφωνα με την οποία «οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις». Με τη διάταξη αυτή, η γ. θεωρείται νομικά ίση με τον άντρα. Επιπλέον, δεν υπάρχει βιολογική, ανθρωπολογική και γενικότερα φιλοσοφική θεωρία, για υποδεέστερη κατάσταση του γυναικείου φύλου, ώστε να δικαιολογείται νομική ανισότητα. Υπήρχαν άλλοτε νομικές διατάξεις που καθιέρωναν την άνιση μεταχείριση των δύο φύλων. Διατάξεις του είδους υπήρχαν πολλές στο οικογενειακό δίκαιο, χωρίς να λείπουν και από άλλους κλάδους του δικαίου, όπως το ενοχικό, το εμπορικό, το δημόσιο και το εργατικό. Σε παλαιότερο σύνταγμα, ένα άρθρο που αποτελούσε μεταβατική διάταξη αναγνώριζε την ύπαρξη νομικής ανισότητας και καθόριζε ότι η ανισότητα αυτή έπρεπε να καταργηθεί έως το τέλος του 1982. Επίσης στην παράγραφο 3, ρυθμιζόταν το πρόβλημα της ανισότητας στην αμοιβή για ίση εργασία και συνιστούσε ολοκλήρωση της ισότητας και σε αυτό τον τομέα. Η αντίφαση που υπήρχε ανάμεσα στην πρώτη θεμελιακή συνταγματική διάταξη και στο νομικό καθεστώς, είχε τις ρίζες της στην πατριαρχική διάρθρωση της κοινωνίας. Η πατριαρχία επικράτησε σε ολόκληρη την ιστορία της αρχαιότητας και συνεχίστηκε, με διάφορες μορφές, έως τη σύγχρονη εποχή. Προοδευτικά βήματα για την ισότητα των δύο φύλων άρχισαν από τα τέλη του 19ου αι. και συνεχίζονται μέχρι σήμερα. Το πρόβλημα που έχει δημιουργηθεί με τη νομική υποτίμηση της γ. αντιμετωπίζεται πλέον σε παγκόσμια κλίμακα. γυναικείο κίνημα.Συνοπτική ονομασία του γυναικείου απελευθερωτικού κινήματος. Είναι μία διεθνής κίνηση που έχει σκοπό την αποκατάσταση της ισότητας ανάμεσα στα δύο φύλα. Διαφέρει από χώρα σε χώρα ως προς την οργάνωση και τους ιδιαίτερους στόχους του. Χρονικά, ξεκινά από τους αγώνες των γ. στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αι. για να αποκτήσουν το δικαίωμα ψήφου. Οι πρώτες φεμινίστριες εμφανίστηκαν στην Αγγλία και στις ΗΠΑ και ονομάστηκαν σουφραζέτες. Γυναικείοι αγώνες όμως γίνονταν και αλλού, όπως στη Σουηδία και στη Νορβηγία. Το κίνημα στην αρχική του μορφή ήταν μαχητικό και διεκδικητικό, αλλά στενό και αριστοκρατικό στη σύνθεσή του. Δεν βρήκε λαϊκή απήχηση και αντιμετώπισε την εχθρότητα του κράτους και τα αρνητικά σχόλια του κοινού. Η λέξη σουφραζέτα (από τη λέξη suffrage,δηλαδή δικαίωμα ψήφου) καθιερώθηκε ως χαρακτηρισμός της ελαφρόμυαλης και ζωηρής γ. Ωστόσο, οι Αγγλίδες σουφραζέτες αγωνίστηκαν με πάθος και με υποδειγματική οργάνωση. Η δράση τους ήταν βίαιη και αποφασιστική. Τοποθέτησαν βόμβες, έκαψαν κτίρια, επιτέθηκαν σε μέλη του κοινοβουλίου, έκαναν διάφορες πράξεις που αποδιοργάνωναν τις επικοινωνίες κλπ. Φυσικά, αντιμετώπισαν φυλακίσεις και βασανιστήρια, καθώς και αναγκαστική σίτιση, όταν έκαναν απεργία πείνας. Η πιο μαχητική οργάνωση ήταν η Κοινωνική και Πολιτική Ένωση Γ. (WSPU) υπό την καθοδήγηση της Έμελιν Πάνκχερστ και της κόρης της Κρίσταμπελ, με τέλεια οργάνωση, αμειβόμενη εργασία μελών και εφημερίδα. Η συμμετοχή των γυναικείων οργανώσεων στον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο, η μεγάλη τους προσφορά, αλλά και η ωρίμανση των συνθηκών της περιόδου του πολέμου (γενικότερη συμμετοχή των γ. στην κοινωνική δράση) έφερε τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα και οι γ. κέρδισαν το δικαίωμα ψήφου στην Αγγλία (μερικώς το 1918 και ολικά το 1928) και σιγά-σιγά σε όλες τις χώρες. Με την απόκτηση του δικαιώματος ψήφου, έληξε και ο προορισμός του πρώτου φεμινιστικού κινήματος, το οποίο ατόνησε και διαλύθηκε. Το σύγχρονο φεμινιστικό κίνημα άρχισε να αναπτύσσεται στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και εξαπλώθηκε σε όλες τις χώρες σε στενή σύνδεση με το φοιτητικό κίνημα και το κίνημα των μαύρων στην Αμερική. Παράλληλα, αναπτύχθηκαν πολλές απόψεις σχετικά με τη φύση και το περιεχόμενό του, απόψεις που συνδέθηκαν με την αιτιολογία και τη φύση της ανισότητας, καθώς και με τον τρόπο της οργάνωσης των στόχων και της ιδεολογικής βάσης του κινήματος. Το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό του σύγχρονου γυναικείου κινήματος αφορά τις τάσεις διαχωρισμού του από το γενικό προοδευτικό κίνημα, με την αιτιολογία ότι ήταν προδομένο ή, το λιγότερο, παραμελημένο και από αυτό. Παρ’ όλα αυτά, οι γνήσιες φεμινιστικές οργανώσεις επηρεάζουν μόνο μια μειοψηφία γ., κυρίως πολύ νέων. Έχουν επαναστατικό χαρακτήρα και στρέφονται εναντίον των αντρών, ζητώντας απελευθέρωση και όχι απλώς νομική ισότητα. Θεωρούν την καθιερωμένη δομή της οικογένειας, τη σεξουαλική καταπίεση και τη χρησιμοποίηση της γ. σαν αντικείμενο ως τα βασικά αίτια μιας κοινωνικής ανισότητας που εκφράζεται τόσο μέσα στο σπίτι όσο και έξω από αυτό, στην παραγωγή. Η θέση της γ. και στους δύο αυτούς χώρους είναι άνιση και αντιφατική. Για την άρση αυτής της κατάστασης, οι γυναικείες οργανώσεις ζητούν κοινωνική ασφάλιση για τη νοικοκυρά, οικονομική ανεξαρτησία, ελαστικό γάμο, ίση ευθύνη όλων για τα παιδιά, με παράλληλο έλεγχο των γεννήσεων (μέσω της ελεύθερης προσφοράς αποτελεσματικών αντισυλληπτικών) και αλλαγή των ηθικών αντιλήψεων (νέα σεξουαλική ελευθερία κλπ.). Μαζικότερο χαρακτήρα έχουν αποκτήσει οι οργανώσεις που συνδέονται με το γενικότερο προοδευτικό κίνημα σε κάθε χώρα (προοδευτικά κόμματα στην Ευρώπη, απελευθερωτικό κίνημα στον Τρίτο Κόσμο, φοιτητικό και φυλετικό κίνημα ΗΠΑ κλπ.). Στην περίπτωση αυτή, οι οργανώσεις δεν αντιμάχονται τους άντρες, αλλά θεωρούν κοινό αντίπαλο αντρών και γ. το αστικό κράτος και έχουν ως στόχους διάφορα αιτήματα για τη νομική ισότητα και την βελτίωση των συνθηκών της γ. στο σπίτι και κυρίως στην παραγωγή. Παράλληλα, ασχολούνται με τα προβλήματα του παιδιού, στα οποία μερικές από αυτές έχουν δώσει τη μεγαλύτερη σημασία, αλλά και με άλλα προβλήματα δημοκρατίας, ειρήνης, περιβάλλοντος κλπ. Παράλληλα, υπάρχουν και οι γυναικείες κλαδικές οργανώσεις, όπως για παράδειγμα είναι η Ένωση Ελληνίδων Νομικών, οι σύλλογοι μαιών, νοσοκόμων κλπ. που μαζί με τα άλλα γενικά προβλήματα του κλάδου τους ασχολούνται με τα ειδικά θέματα του φύλου τους. Ένα από τα παλαιότερα (1923) γυναικεία σωματεία είναι και ο Σύνδεσμος Ελληνίδων Επιστημόνων με πλούσια και πολύμορφη δραστηριότητα. Τα σπουδαιότερα από τα υπόλοιπα γυναικεία σωματεία είναι ο Σύνδεσμος για τα Δικαιώματα της γ., που ιδρύθηκε αμέσως μετά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο (1920), και τα ιδρυθέντα μετά τη μεταπολίτευση σωματεία του 1974, όπως η Κίνηση Δημοκρατικών Γυναικών, η Ομοσπονδία Γυναικών Ελλάδος που ανήκει στη Διεθνή Ομοσπονδία Γυναικών και η Ένωση Γυναικών Ελλάδας. Πριν από τη δικτατορία, λειτούργησε η Πανελλήνια Ένωση Γυναικών(ΠΕΓ) που διαλύθηκε γιατί χαρακτηρίστηκε πολιτικό σωματείο (1964-67). Η ΠΕΓ είχε λειτουργήσει και παλαιότερα (1945-48) και είχε συμβάλει με άλλα 25 σωματεία στην ίδρυση της Πανελλήνιας Οργάνωσης Γυναικών (ΠΟΓ), που διαλύθηκε κατά τον εμφύλιο πόλεμο. Από το 1948 υπάρχει ωστόσο κοινός φορέας γυναικείων σωματείων, τα Συνεργαζόμενα Γυναικεία Σωματεία (ΣΕΓ), που αναπτύσσουν κατά καιρούς κοινή δράση. Στα ΣΕΓ μετέχουν και άλλες οργανώσεις γ., που δεν έχουν στόχο το γυναικείο κίνημα, αλλά ειδικά γυναικεία ενδιαφέροντα, όπως είναι η XEN, το Λύκειο των Ελληνίδων, το Εθνικό Συμβούλιο Ελληνίδων, η Ομοσπονδία Γυναικείων Λεσχών, το ZONDA (κλειστή οργάνωση επαγγελματιών γ. με διεθνή σύνδεση) κ.ά. Το διεθνές γυναικείο κίνημα δραστηριοποιείται τα τελευταία χρόνια κυρίως προς την κατεύθυνση της χειραφέτησης των γ. του Τρίτου Κόσμου. Η έξαρση του ισλαμιστικού φονταμενταλισμού και η ισχυροποίηση θεοκρατικών καθεστώτων στην Ασία και στην Αφρική έχουν ανάλογη επίπτωση και στη θέση των γ. σε αυτές τις κοινωνίες. Η Μελίνα Μερκούρη σε γαλλική αφίσα που διαφημίζει τη θρυλική «Στέλλα» ως υπόδειγμα «ελεύθερης γυναίκας» (φωτ. από την έκδ. «100+1 χρόνια Ελλάδα»). «Η γέννηση της Αφροδίτης», πίνακας του Σ.Φ Μποτιτσέλι (Φλωρεντία, Πινακοθήκη Ουφίτσι). Καλλιρόη Παρρέν, η πρωτοπόρος του ελληνικού γυναικείου κινήματος (φωτ. από την έκδ. «100+1 χρόνια Ελλάδα»). Η Εκτελεστική Επιτροπή του Α’ Διεθνούς Συνεδρίου Γυναικών του 1888, που έθεσε τις βάσεις της μετέπειτα πορείας του διεθνούς φεμινιστικού κινήματος. Η γυναίκα υπήρξε ανέκαθεν συχνό θέμα απεικόνισης στα εξώφυλλα περιοδικών. Στη φωτογραφία, εξώφυλλο του περιοδικού «Ατλαντίς» του 1935 (φωτ. από την έκδ. «100+1 χρόνια Ελλάδα»).
* * *
η (AM γυνή, Μ και γυναίκα)
1. το θηλυκό φύλο τού ανθρώπου
2. αυτή που έχει ήδη αναπτυχθεί σωματικά μετά την εφηβεία
3. σύζυγος
4. ερωμένη, παλλακίδα
5. υπηρέτρια
νεοελλ.
1. (για άντρα) α) δειλός
β) θηλυπρεπής
2. φρ. α) «γυναίκα τού δρόμου, τού βιολιού, τού γλυκού νερού» — ανήθικη
β) «κακιά γυναίκα» — πόρνη ή δύστροπη
γ) «πυρ, γυνή και θάλασσα» — η γυναίκα είναι τόσο επικίνδυνη όσο η φωτιά και η θάλασσα
αρχ.
1. (στην κλητ., προσφώνηση σεβασμού) γύναι
κυρία
2. θνητή γυναίκα σε αντίθεση με τις θεές
3. (για ζώα) κωμ. το θηλυκό, το ταίρι τού αρσενικού.
[ΕΤΥΜΟΛ. Προέρχεται από IE *gwenā- (πρβλ. βοιωτ. bavā) με τροπή τού -e- σε -u- (-u·) από αφομοιωτική επίδραση τού χειλοϋπερωικού. Σχετικά με το θέμα γυναικ- υποστηρίχτηκε ότι αποτελεί παρεκτεταμένη σε -κ- μορφή τού θέματος της κλητικής γυναι- (όπου το -ι- είναι δεικτικό μόριο). Η άποψη σύμφωνα με την οποία ο επιθετικός τ. *γυναικός αποτελεί τη βάση σχηματισμού της λ. δεν είναι ευρύτερα αποδεκτή. Αβάσιμη επίσης θεωρείται η υπόθεση αναγωγής τού ρ. μνώμαι «ζητώ γυναίκα σε γάμο, μνηστεύω» (< *βνάομαι) στο γυνή. Μορφολογικά ο τ. γυναίκα αποτελεί προϊόν αναλογικού μεταπλασμού από τα πρωτόκλιτα θηλυκά σε -α (η γυναίκα || η ημέρα). Τα γυνή, γυναίκα ως α' συνθετικά έδωσαν λαβή στον σχηματισμό αξιόλογου αριθμού συνθέτων με τη μορφή γυναικ(ο)·, σπάνια δε γυν-, γυναι-. Ως β' συνθετικά απαντούν με τις μορφές -γύνης, -γύναιος, -γύναιξ, -γυνος, -γυναίκα, -γύναικο, μία φορά δε ως -γυναικός. Η λ. γυνή συνδέεται με αρκετούς παράλληλους σημασιολογικά και ετυμολογικά τύπους διαφόρων ΙΕ γλωσσών (πρβλ. γοτθ. qino, αρχ. ιρλ. ben «γυναίκα», αρχ. σλαβ. žena, αρχ. περσ. genna, τοχαρ. Α' śam αρχ. ινδ. gnā «γυναίκα, θεά», αβεστ. gənā «γυναίκα», αρχ. ιρλ. ban-, γοτθ. qēns κ.ά.). Επίσης το γυναι- συσχετίστηκε με το αρμ. kanayk’ (ονομ. πληθ.) ενώ η σύνδεση με το μεσσαπ. gunakhai «γυναικί», αρχ. φρυγ. bonok, με σκοπό την ερμηνεία του -κ-, δεν θεωρείται ασφαλής. Σημασιολογικώς η λέξη γυναίκα στην Ελληνική και σε πολλές άλλες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες αποτελεί κοινό όρο δηλωτικό τόσο «τού θηλυκού φύλου» όσο και «τής συζύγου», με σημασιολογικές αποχρώσεις ή εξελίξεις εξαρτώμενες από τις κοινωνικές τάξεις, τις χρονικές περιόδους ή τις γλώσσες. Συγκεκριμένα στην Ελληνική η λ. γυνή ήδη από τον Όμηρο σήμαινε «το θηλυκό φύλο (τού ανθρώπου)», «την παλλακίδα», καθώς και «την παντρεμένη γυναίκα, τη σύζυγο» κατ' αντιδιαστολή προς το εταίρα και παράλληλα προς τις ποιητικές λέξεις άλοχος («σύζυγος» αλλά και «ερωμένη») και δάμαρ «σύζυγος». Από τις άλλες ινδοευρ. γλώσσες αναφέρονται ενδεικτικά το αγγλ. wife «γυναίκα, σύζυγος», συνθ. wĩfman «γυναίκα» > (νεώτ. αγγλ.) woman, που σημασιολογικά υποκατέστησε το wīfe στην ευρύτερη του έννοια
νέο άνω γερμ. Weib «γυναίκα, σύζυγος», πολύ συχνά με μειωτική σημασία που αντικαταστάθηκε από το Frau
γαλλ. femme «γυναίκα, σύζυγος» — ιταλ. donna, αρχικά «οικοδέσποινα, κυρία», κατέληξε να σημαίνει γενικότερα «γυναίκα».
ΠΑΡ. γυναικείος, γυναικίζω, γυναικώδης, γυναικώνας(AM -ών), γυναικωνίτης
αρχ.
γυναικικός, γυναικούμαι, γύναιος, γύννις
αρχ.-μσν.
γυναικάριον, γυναικίας
μσν.- νεοελλ.
γυναικίτης
νεοελλ.
γυναικάκι, γυναικάκιας, γυναικάρα, γυναίκαρος, γυναικάς, γυναικήσιος, γυναικιάρης, γυναικίστικος, γυναικίτσα, γυναικότητα και γυναικότη, γυναικούλα, γυναικούλης και γυναικούλιας, γυναικωτός, γυναιτίκι.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) γυναικάδελφος, γυναικόδουλος, γυναικοκρατία (Α και γυναικοκράτεια), γυναικοκρατούμαι, γυναικοκτόνος, γυναικομανής, γυναικομανία, γυναικόμαστοςγυναικόμασθος), γυναικόμορφος, γυναικοπρεπής, γυναικόφωνος, γυναικόψυχος, γύνανδρος
αρχ.
γυναικάνηρ, γυναικόδουλος, γυναικογήρυτος, γυναικοήθης, γυναικοθοίνας, γυναικόκλωψ, γυναικοκρασία, γνναικονόμος, γυναικοπαθής, γυναικοπληθής, γυναικόποινος, γυναικοτραφής, γυναικοφίλης, γυναικόφρων, γυναικοφυής, γυναιμανής
αρχ.-μσν.
γυναικόθυμος, γυναικόμιμος
μσν.
γυναικοειδής, γυναικολύπως, γυναικοπάτωρ, γυναικοπίπης, γυναικοπρόσωπος μσν.-νεοελλ. γυναικόπαιδα
νεοελλ.
γυναικάρεσκος, γυναικοδουλεία, γυναικοδουλειά, γυναικοθέμι, γυναικοθήρας, γυναικοκαυγάς, γυναικόκοσμος, γυναικοκουβέντα, γυναικολάτρης, γυναικολάσι, γυναικολό(γ)ι, γυναικολογία, γυναικολογώ, γυναικομάζωμα, γυναικομάνι, γυναικομαστία, γυναικομίσητος, γυναικομοιράδια, γυναικομοίρι, γυναικοπάθεια, γυναικόπονος, γυναικόσογο, γυναικοσόι, γυναικοφέρνω, γυναικοφίλητος, γυναικόφιλος, γυναικοφοδία, γυναικοφύλακας, γυναικωνυμικό, γυνανδρόμορφος. (Β' συνθετικό, -γύνης) ανδρόγυνης, μισογύνης, φιλογύνης
αρχ.
αγύνης, νεογύνης, πολυγύνης. (Β' συνθετικό, -γύναιξ) αρχ. αγύναιξ, ημιγύναιξ, καλλιγύναιξ, ορσιγύναιξ, πρωτογύναικες, φιλογύναιξ. (Β συνθετικό, -γύναιος) αρχ. αγύναιος, ημιγύναιος, κακογύναιος, καταγύναιος, μισογύναιος, πολυγύναιος, φιλογύναιος. (Β' συνθετικό, -γυνος) αρχ. άγυνος, ανδρόγυνος, κατάγυνος, μισόγυνος, φιλόγυνος. (Β' συνθετικό, -γυναικός, -γύναικο) αρχ. αγύναικος
νεοελλ.
αγριογύναικο, ασκημογύναικο, βρομογύναικο, κακογύναικο, κουτογύναικο, παλιογύναικο, σαχλογύναικο. (Β' συνθετικό -γυναίκα) νεοελλ. αγριογυναίκα, ανδρογυναίκα και αντρογυναίκα, αρχοντογυναίκα, ασκημογυναίκα, αφεντογυναίκα, διαβολογυναίκα, κουδαρντογυναίκα, λεοεντογυναίκα, μεγαλογυναίκα, ομορφογυναίκα, παλιογυναίκα, χοντρογυναίκα, φτωχογυναίκα].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • γυναίκα — η 1. άνθρωπος θηλυκού φύλου: Γνώρισα μια πολύ όμορφη γυναίκα. 2. σύζυγος: Η γυναίκα του είναι αρκετά μικρότερή του. 3. υπηρέτρια, καθαρίστρια: Το σπίτι μου είναι μεγάλο και χρειάζομαι γυναίκα για να το καθαρίσω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γυναίκα — [гинэка] ουσ. θ. женщина, жена, супруга …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • γυναῖκα — γυνή woman fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ποππαία Σαβίνα — Γυναίκα του συντρόφου του Νέρωνα, του μέλλοντα αυτοκράτορα Όθωνα, και μετά δεύτερη γυναίκα του ίδιου του Νέρωνα. Για χάρη της ο Νέρωνας δολοφόνησε τη μητέρα του Αγριππίνα, και χώρισε και προκάλεσε τον θάνατο της πρώτης του γυναίκας Οκταβίας.… …   Dictionary of Greek

  • Ρήγιλλα — Γυναίκα του Ηρώδη του Αττικού, που πέθανε λίγο μετά τον γάμο τους. Ο Ηρώδης έχτισε στη μνήμη της το Ωδείο, που βρίσκεται κάτω από την Ακρόπολη και έχει το όνομά του …   Dictionary of Greek

  • Τιμαία — Γυναίκα του Άγη A’, βασιλιά της Σπάρτης. Οι σχέσεις της με τον Αλκιβιάδη προκάλεσαν μεγάλο σκάνδαλο. Οι έφοροι της Σπάρτης, για να ξεπλύνουν την ντροπή, ανέθεσαν στον ναύαρχο Αστύοχο να δολοφονήσει τον Αλκιβιάδη. Αλλά η Τ. ειδοποίησε τον… …   Dictionary of Greek

  • γυναῖκ' — γυναῖκα , γυνή woman fem acc sg γυναῖκε , γυνή woman fem acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γυναῖχ' — γυναῖκα , γυνή woman fem acc sg γυναῖκε , γυνή woman fem acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ελλάδα - Κοινωνία και Οικονομία (Αρχαιότητα) — ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΑΡΧΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ Η οικονομία στην Aρχαϊκή περίοδο Στον τομέα της οικονομίας, στην Aρχαϊκή περίοδο, σημειώθηκε μια σημαντική πρόοδος σε σχέση με τη Γεωμετρική περίοδο. Κατά τη διάρκεια της Γεωμετρικής… …   Dictionary of Greek

  • Ιαπωνία — Επίσημη ονομασία: Αυτοκρατορία της Ιαπωνίας Έκταση: 377.835 τ. χλμ. Πληθυσμός: 126.771.662 (2001) Πρωτεύουσα: Τόκιο (8.130.408 κάτ. το 2000)Νησιωτικό κράτος της ανατολικής Ασίας, χωρίς σύνορα στην ξηρά με άλλη χώρα. Βρέχεται στα Β από την… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.